Eurostat! Αυτοί είναι οι βασικοί μισθοί στις χώρες της τα στοιχεία για το ύψος του κατώτατου μισθού στις χώρες της ΕΕ έδωσε η Eurostat, προχωρώντας, μάλιστα, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα του 2015.
Η Ελλάδα βρίσκεται στη 12η θέση της κατάταξης, με τον βασικό μηνιαίο μισθό πλήρους απασχόλησης να υπολογίζεται στα 968,33 ευρώ.
Το ποσό αυτό προκύπτει από τη μετατροπή των 14 μισθών που λαμβάνουν οι Έλληνες στον ιδιωτικό τομέα σε 12, ώστε τα ποσά να είναι συγκρίσιμα με τις υπόλοιπες χώρες.
Η θέση της Ελλάδας πιθανότατα θα ανέβει με την εξαγγελθείσα από την κυβέρνηση αύξηση του κατώτατου μισθού από την 1η Απριλίου.
Στην κορυφή βρίσκεται το Λουξεμβούργο με κατώτατο μισθό 2.637,79 ευρώ, και ακολουθούν η Ιρλανδία με 2.281,50 και η Ολλανδία με 2.193,36.
Πάνω από το όριο των 1.500 ευρώ βρίσκονται, επίσης, η Γερμανία (2.161), το Βέλγιο (2.070,48) και η Γαλλία (1.801,80).
Στη δεύτερη κατηγορία (1.000-1.499 ευρώ) κατατάσσονται η Πολωνία, η Λιθουανία, η Πορτογαλία και η Κύπρος, όπου ο κατώτατος μισθός είναι ακριβώς 1.000 ευρώ.
Η Ελλάδα βρίσκεται στο επόμενο γκρουπ χωρών, ελάχιστα κάτω από την Κροατία, λίγο πάνω από τη Μάλτα και με σημαντική διαφορά από τις Εσθονία, Τσεχία, Σλοβακία, Ρουμανία, Λετονία, Ουγγαρία και Βουλγαρία.
Αξίζει να σημειωθεί ότι σε κάποιες χώρες της ΕΕ δεν υπάρχει θεσμοθετημένος κατώτατος μισθός. Ως εκ τούτου, η Δανία, η Ιταλία, η Σουηδία, η Φινλανδία και η Αυστρία δεν μπαίνουν στη σχετική κατάταξη.
Στοιχεία για το 2025 δεν έχουν δώσει η Ισπανία, που στο 2ο εξάμηνο του 2024 είχε βασικό μισθό 1.323 ευρώ, και η Σλοβενία, που είχε 1.253,90.
Μεγάλη αύξηση στον κατώτατο μισθό σε σχέση με το 2015 Σημαντικές αυξήσεις στον κατώτατο μισθό έχουν καταγράψει όλες οι χώρες της κατάταξης σε σχέση με το 2015, ένδειξη της βελτίωσης που παρουσιάζουν οι ευρωπαϊκές οικονομίες μετά την οικονομική και μετέπειτα κρίση χρέους που αντιμετώπισαν πολλά από τα κράτη-μέλη.
Στην Ελλάδα των μνημονίων, ο βασικός μισθός ήταν 683,86 ευρώ – πάντα υπολογιζόμενος επί 12 -, έχοντας αυξηθεί από τότε σχεδόν 30%.
Όπως φαίνεται στο διάγραμμα, η ετήσια ποσοστιαία αύξηση του κατώτατου μισθού στη χώρα μας είναι περί το 3%, ποσοστό στο οποίο κινούνται οι περισσότερες χώρες του 1ου γκρουπ, με τους πολύ υψηλούς μισθούς, καθώς και η Μάλτα.
Πιο μεγάλες αυξήσεις στον κατώτατο μισθό έχουν κάνει τα υπόλοιπα κράτη του «δικού μας» γκρουπ, με τα περισσότερα να κυμαίνονται από 7% έως 10%. Εντυπωσιακή είναι η ετήσια αύξηση στη Ρουμανία, που ξεπερνά το 14%. Πρέπει να σημειωθεί ωστόσο ότι το 2015 τα κράτη αυτά είχαν βασικό μισθό πολύ χαμηλότερο από τον αντίστοιχο της Ελλάδας, η μέτρηση των αυξήσεων δηλαδή ξεκινά από πολύ χαμηλή αφετηρία.
Eurostat! ‘Στον πάγο’ 1 στα 5 νοικοκυριά στην Ελλάδα Η χώρας μας κατατάσσεται στην 5η θέση της ΕΕ με τους περισσότερους ανθρώπους, να μην μπορούν να ζεστάνουν το σπίτι τους.
Ενδεικτική της πενίας των ελληνικών νοικοκυριών εξαιτίας των αντιλαϊκών κυβερνητικών πολιτικών είναι η νέα έρευνα της Eurostat αναφορικά με τη θέρμανση των σπιτιών στην Ευρώπη.
Η Ελλάδα κατατάσσεται στην πρώτη πεντάδα χωρών με τα μεγαλύτερα ποσοστά «παγωμένων» νοικοκυριών σε όλη την Ευρώπη, σημειώνοντας ακόμη μια αρνητική επίδοση.
Συγκεκριμένα το 2023, το 19,2% των πολιτών στη χώρα μας δεν κατάφερε να διατηρήσει επαρκώς ζεστό το νοικοκυριό του κατατάσσοντας τη χώρα μας στην 5η θέση, πίσω μόνο από Ισπανία (20,8), Πορτογαλία (20,8%), Βουλγαρία (20,7%) και Λιθουανία (20%).
Συνολικά, το 10,6% του πληθυσμού της ΕΕ δεν ήταν σε θέση να διατηρήσει το σπίτι του επαρκώς ζεστό. Σε σύγκριση με το 2022, το ποσοστό αυτό αυξήθηκε κατά 1,3 ποσοστιαίες μονάδες, υποδεικνύοντας τη διεύρυνση της φτώχιας και στο σύνολο της ΕΕ.
Στον αντίποδα, το Λουξεμβούργο (2,1%), η Φινλανδία (2,6%), η Σλοβενία (3,6%), η Αυστρία (3,9%) και η Εσθονία (4,1%) παρουσίασαν τα χαμηλότερα ποσοστά στην ΕΕ.
Eurostat! ‘Στον πάγο’ 1 στα 5 νοικοκυριά στην Ελλάδα Η χώρας μας κατατάσσεται στην 5η θέση της ΕΕ με τους περισσότερους ανθρώπους, να μην μπορούν να ζεστάνουν το σπίτι τους.
Ενδεικτική της πενίας των ελληνικών νοικοκυριών εξαιτίας των αντιλαϊκών κυβερνητικών πολιτικών είναι η νέα έρευνα της Eurostat αναφορικά με τη θέρμανση των σπιτιών στην Ευρώπη.
Η Ελλάδα κατατάσσεται στην πρώτη πεντάδα χωρών με τα μεγαλύτερα ποσοστά «παγωμένων» νοικοκυριών σε όλη την Ευρώπη, σημειώνοντας ακόμη μια αρνητική επίδοση.
Συγκεκριμένα το 2023, το 19,2% των πολιτών στη χώρα μας δεν κατάφερε να διατηρήσει επαρκώς ζεστό το νοικοκυριό του κατατάσσοντας τη χώρα μας στην 5η θέση, πίσω μόνο από Ισπανία (20,8), Πορτογαλία (20,8%), Βουλγαρία (20,7%) και Λιθουανία (20%).
Συνολικά, το 10,6% του πληθυσμού της ΕΕ δεν ήταν σε θέση να διατηρήσει το σπίτι του επαρκώς ζεστό. Σε σύγκριση με το 2022, το ποσοστό αυτό αυξήθηκε κατά 1,3 ποσοστιαίες μονάδες, υποδεικνύοντας τη διεύρυνση της φτώχιας και στο σύνολο της ΕΕ.
Στον αντίποδα, το Λουξεμβούργο (2,1%), η Φινλανδία (2,6%), η Σλοβενία (3,6%), η Αυστρία (3,9%) και η Εσθονία (4,1%) παρουσίασαν τα χαμηλότερα ποσοστά στην ΕΕ.
Eurostat: Οι Έλληνες είναι ο 2ος λιγότερο ικανοποιημένος από τη ζωή λαός στην ΕΕ Οι κάτοικοι της ΕΕ τείνουν να είναι αρκετά ικανοποιημένοι από τη ζωή τους σε γενικές γραμμές, καταγράφοντας κατά μέσο όρο 7,3 βαθμούς στους 10 στην έρευνα της Eurostat.
Τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν σήμερα από την ευρωπαϊκή στατιστιστική υπηρεσία αφορούν το σύνολο του έτους 2023 και φέρνουν την Ελλάδα στην προτελευταία θέση μαζί με τη Λετονία με βαθμό άνω του 6 πράγμα που σημαίνει ότι οι ερωτηθέντες στην έρευνα δήλωσαν μάλλον ικανοποιημένοι παρά δυσαρεστημένοι. Στην τελευταία θέση της λίστας βρίσκεται η Βουλγαρία με 5,9 στα 10.
Η χώρα μας βρίσκεται χαμηλά αλλά πάνω από αυτούς που εμφανίζονται δυσαρεστημένοι
Συγκεκριμένα μεταξύ των 27 χωρών της ΕΕ, οι μισές είχαν βαθμολογίες πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ (7,3). Η Φινλανδία είχε την υψηλότερη βαθμολογία με 7,8, ακολουθούμενη από το Βέλγιο, την Αυστρία, τη Ρουμανία και τη Σλοβενία (η καθεμία με 7,7). Οι χαμηλότερες βαθμολογίες καταγράφηκαν στη Βουλγαρία (5,9), τη Λετονία και την Ελλάδα (και οι δύο 6,9).
Οι παράγοντες που επηρεάζουν τον δείκτη Σύμφωνα με την Eurostat η ικανοποίηση από τη ζωή μπορεί να επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως η ηλικία, το επίπεδο εκπαίδευσης, η οικογενειακή και οικονομική κατάσταση. Σε όλες τις χώρες της ΕΕ, εκτός από τη Βουλγαρία, τα μέσα επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή ήταν υψηλότερα του 6, πράγμα που σημαίνει ότι οι ερωτηθέντες στην έρευνα δήλωναν μάλλον ικανοποιημένοι παρά δυσαρεστημένοι.
Ηλικιακά, οι νεότεροι άνθρωποι (16-29 ετών) στην ΕΕ ήταν περισσότερο ικανοποιημένοι από τη ζωή τους γενικά σε σύγκριση με τους ανθρώπους ηλικίας 65 ετών και άνω. Ωστόσο, αυτό δεν ίσχυε σε όλες τις χώρες της ΕΕ: στη Δανία, τη Σουηδία, τις Κάτω Χώρες, το Λουξεμβούργο και τη Φινλανδία οι ηλικίες 65 ετών και άνω ήταν περισσότερο ικανοποιημένοι από τη ζωή τους.
Στο μεταξύ, σύμφωνα με την έρευνα, οι κάτοχοι πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι ικανοποιημένοι από τη ζωή τους κατά 8,4 στη Ρουμανία και μόνο 6,6 στη Βουλγαρία. Τα άτομα με πτυχίο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ήταν περισσότερο ικανοποιημένα στη Ρουμανία (7,8 μέση βαθμολογία) και λιγότερο ικανοποιημένα στη Βουλγαρία (5,9).
Μόρφωση, εισοδήματα, οικογενειακή κατάσταση Για τα άτομα με πτυχίο εκπαίδευσης μικρότερο της δευτεροβάθμιας, η μέση βαθμολογία ικανοποίησης από τη ζωή κυμάνθηκε από 7,6 στη Φινλανδία έως 5,0 στη Βουλγαρία.
Τα άτομα με υψηλότερο εισόδημα και όσοι ζουν σε νοικοκυριό με παιδιά αξιολογούν υψηλότερα την ικανοποίηση από τη ζωή τους. Τα άτομα σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα τέκνα ανέφεραν σταθερά τα υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή. Το 2023, σε επίπεδο ΕΕ, αυτό ήταν 7,5, σε σύγκριση με μέσο όρο 7,3 για δύο ενήλικες που ζουν μαζί, 7,2 για νοικοκυριά με τρεις ή περισσότερους ενήλικες και χωρίς εξαρτώμενα παιδιά και 6,8 για νοικοκυριά με ένα άτομο.
Το γεγονός ότι τα νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά ήταν πιο ικανοποιημένα από εκείνα που δεν είχαν, είναι μάλλον χαρακτηριστικό του ευρωπαϊκού πλαισίου, καθώς έρευνες σε άλλες Ηπείρους έχουν συχνά διαπιστώσει το αντίθετο.
Τα άτομα με τα υψηλότερα εισοδήματα τείνουν να είναι κατά μέσο όρο πιο ικανοποιημένα από τη ζωή τους από τα άτομα με τις χαμηλότερες αποδοχές (7,9 έναντι 6,7).
Σε επίπεδο ΕΕ, τα στοιχεία δεν έδειξαν καμία διαφορά στην ικανοποίηση από τη ζωή μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών, αν και ενδέχεται να υπάρχουν διαφορές (ή ακόμη και αντίθετες τάσεις) σε επίπεδο χωρών.
«Δείκτης Ισορροπίας Επαγγελματικής και Ζωής» Ο Διεθνής Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) που δημιούργησε τον «Δείκτη Ισορροπίας Επαγγελματικής και Ζωής» δείχνει ότι οι Έλληνες δεν είναι ικανοποιημένοι από τη ζωή τους, καταδεικνύοντας ζητήματα που έχουν βυθίσει τους πολίτες στην ανασφάλεια και το ψαλίδισμα των επιλογών τους για μια καλύτερη καθημερινότητα.
Ειδικότερα, η Ελλάδα, μολονότι υπερέχει του μέσου όρου σε επίπεδο υγείας, εντούτοις έχει χαμηλό μέσο όρο όσον αφορά το εισόδημα, τις θέσεις εργασίας, την εκπαίδευση, την ποιότητα του περιβάλλοντος, τις κοινωνικές σχέσεις, τη συμμετοχή στα κοινά και την ικανοποίηση από τη ζωή. «Όταν τους ζητήθηκε να βαθμολογήσουν τη γενική τους ικανοποίηση από τη ζωή σε μια κλίμακα από το 0 έως το 10, οι Έλληνες έδωσαν βαθμό 5,8 κατά μέσο όρο, χαμηλότερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, που είναι 6,7», αναφέρει η έκθεση που δημοσιεύτηκε πριν μερικούς μήνες.
Eurostat: Πώς ζεις με 700 ευρώ μισθό και 600 ευρώ νοίκι; Πίσω από τις στατιστικές της Eurostat Το κυνικό απόφθεγμα που αποδίδεται (μάλλον λανθασμένα) στον Ιωσήφ Στάλιν υποστηρίζει ότι «ένας θάνατος είναι τραγωδία, ένα εκατομμύριο θάνατοι είναι στατιστική». Αντιστρόφως, πίσω από τις στατιστικές της Εurostat , κρύβονται μικρά και μεγάλα προσωπικά δράματα, ανθρώπων που αγωνιούν για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, χωρίς πάντα να τα καταφέρνουν.
Θεωρητικά το δικαίωμα στη στέγη αποτελεί ένα από τα συνταγματικά κατοχυρωμένα κοινωνικά δικαιώματα. Στην πράξη οι κοινωνικές πολιτικές για την προστασία του δικαιώματος στη στέγη, είναι όχι μόνο ανεπαρκείς αλλά σχεδόν αόρατες. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της Ευρώπης που δεν διαθέτει πρόγραμμα κοινωνικής κατοικίας – αφού το «Σπίτι Μου» είναι απλώς πρόγραμμα επιδοτούμενου δανεισμού.
Το μόνο πρόγραμμα που προσεγγίζει την έννοια της κοινωνικής κατοικίας είναι η κοινωνική αντιπαροχή, που ακόμα δεν έχει καν ξεκινήσει, αν και είχε προκηρυχθεί από το 2022. Εντός του 2025 έχει ανακοινωθεί ότι θα ανεγερθούν και θα παραδοθούν τα πρώτα 150 διαμερίσματα – πιθανότατα στο ακίνητο της ΧΡΩΠΕΙ στην Πειραιώς.
Συνολικά προβλέπεται ότι σε ακίνητα του δημοσίου, που θα παραχωρηθούν σε εργολάβους, θα ανεγερθούν 2.500 κατοικίες που θα διατεθούν με χαμηλότερο ενοίκιο σε νέα ζευγάρια με κοινωνικά κριτήρια. Πρόκειται για σταγόνα στον ωκεανό σε σχέση με το μέγεθος της στεγαστικής κρίσης στην Ελλάδα, όσο και σε σύγκριση με το τι ισχύει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Ακόμα και όταν πρόγραμμα για την κοινωνική αντιπαροχή υλοποιηθεί στο σύνολό του, θα αφορά λιγότερο από 0,1% του υπάρχοντος στεγαστικού αποθέματος για κατοικίες. Σε χώρες όπως η Δανία, η Αυστρία και η Γερμανία, οι κοινωνικές κατοικίες αποτελούν το 20% ως 29% του συνόλου των κατοικιών
Η γενιά των 800 ευρώ Έχετε ζήσει ποτέ με 800 ευρώ το μήνα; Το ερώτημα που είχαν υποβάλει στον πρωθυπουργό της χώρας οι πολίτες, όπως είχε δηλώσει ο ίδιος, το μακρινό 2011 ο ίδιος, δεν είναι ρητορικό. «Όχι δεν έχω ζήσει με 800 ευρώ το μήνα και εύχομαι να μη χρειαστεί» ήταν η απάντησή του τότε.
Σήμερα ένας μισθός των 800 ευρώ έχει περίπου 15% μικρότερη αξία, σε αγοραστική δύναμη, από ό,τι το 2011, αφού αυτό είναι το αθροιστικό μέγεθος του πληθωρισμού που έχει μεσολαβήσει έκτοτε. Με άλλα λόγια, τα 800 ευρώ του σήμερα, αντιστοιχούν σε 700 ευρώ του 2011.
Κι όμως με περίπου αυτό το ποσό ή με ακόμα μικρότερο καλείται να ζήσει ο ένας στους δύο εργαζόμενους. Με βάση τα στοιχεία του ΕΡΓΑΝΗ για το 2023, σχεδόν το 54% των εργαζομένων αμοιβόταν με λιγότερα από 1000 ευρώ μικτό μισθό (860 καθαρά).
Ο ένας μισθός στο ενοίκιο Αν θεωρήσουμε ότι σε μια οικογένεια μπαίνουν στο σπίτι δύο τέτοιοι μισθοί, και η οικογένεια αυτή νοικιάζει σπίτι σε αστικό κέντρο, είναι σχεδόν δεδομένο ότι ο μισθός του ενός θα πηγαίνει όχι απλώς για τα στεγαστικά έξοδα – αλλά μόνο για το ενοίκιο.
Με βάση τα στοιχεία του spitogatos, η μέση τιμή ενοικίασης για ένα σπίτι στην Αθήνα το 2023 ήταν τα 10 ευρώ/τμ (τώρα έχει ανέβει στα 10,70 αύξηση πάνω από 7%). Δηλαδή για ένα διαμέρισμα 80 τ.μ. – που μπορεί να ζήσει μια οικογένεια με παιδί – η μέση τιμή θα ήταν 800 ευρώ το μήνα.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ τα νοικοκυριά που διαμένουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία, δαπανούν κατά μέσο όρο σχεδόν το 17% του οικογενειακού προϋπολογισμού τους μόνο για το ενοίκιο.
Όμως για την υποθετική οικογένεια του παραδείγματός μας (που δεν ταυτίζεται με τη μέση οικογένεια), το ενοίκιο «ρουφάει» πάνω από το 47% του προϋπολογισμού – αν δεν υπάρχουν άλλα έσοδα πλην του μισθού.
Γιατί ο μήνας δε βγαίνει; Σύμφωνα πάλι με την ΕΛΣΤΑΤ, οι μέσες δαπάνες για είδη διατροφής αποτελούν περίπου το 21% του οικογενειακού προϋπολογισμού. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί περίπου σε 350 ευρώ για μια οικογένεια με μηνιαίο προϋπολογισμό 1685 ευρώ (που είναι και η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών για αγαθά και υπηρεσίες, με βάση την ΕΛΣΤΑΤ).
Τα μεταφορικά έξοδα αφορούν κατά μέσο όρο το 13% του οικογενειακού προϋπολογισμού – ήτοι 221 ευρώ και τα έξοδα για επικοινωνίες (κινητά, ίντερνετ κλπ) το 4,2% ή 71 ευρώ.
Αν αθροίσουμε αυτά τα ποσά – που ανήκουν στα ανελαστικά έξοδα – φτάνουμε σχεδόν στα 1500 ευρώ. Δεν έχουμε υπολογίσει καν τους πάγιους λογαριασμούς στέγασης (ρεύμα, θέρμανση, νερό, κοινόχρηστα κ.λ.π.).
Η ΕΛΣΤΑΤ βέβαια δίνει ως μηναία έξοδα στέγασης μόλις 14% του προϋπολογισμού ή 237 ευρώ – ποσοστό που δεν ανταποκρίνεται στα στοιχεία της Εurostat που υπολογίζουν κατά μέσο όρο το στεγαστικό κόστος στο 35,2% του εισοδήματος.
Με βάση τα παραπάνω, γίνεται κατανοητό γιατί ο μισθός τελειώνει πριν τις 20 του μήνα για ένα στα δύο νοικοκυριά, ενώ επίσης το ένα στα δύο έχει καθυστερημένες οφειλές σε δάνεια, ενοίκια, λογαριασμούς – το υψηλότερο ποσοστο΄στην ΕΕ σύμφωνα πάλι με τη Eurostat.
Αναντιστοιχία δαπανών και εισοδημάτων Με βάση σχετική έρευνα του ΚΕΠΕ για τις επιπτώσεις του πληθωρισμού στο εισόδημα, τα τέσσερα στα δέκα νοικοκυριά ξοδεύουν περισσότερα από όσα βγάζουν – γεγονός που ερμηνεύεται εν μέρει από την ύπαρξη αδήλωτων εισοδημάτων. Παράλληλα όμως μαρτυρά την υπαρκτή ένδεια ενός μεγάλου μέρους των νοικοκυριών. Για παράδειγμα, το 80% των φτωχών νοικοκυριών εμφανίζει δαπάνες που υπερβαίνουν το εισόδημα.
Όπως σημειώνει η έρευνα του ΚΕΠΕ, η ανάλυση των χαρακτηριστικών της ομάδας των νοικοκυριών με μη αντικριζόμενες δαπάνες δείχνει ότι η διάσταση της απόκρυψης εισοδημάτων -μολονότι υπάρχει δεν είναι κυρίαρχη. Ακόμα και με την υπόθεση ότι ένα στα πέντε νοικοκυριά που δηλώνει υπερβάλλουσες δαπάνες αποκρύπτει εισοδήματα, το υπολειπόμενο μέγεθος διαμορφώνεται σε 32,7%, δηλαδή περίπου ένα στα τρία νοικοκυριά.
Με άλλα λόγια, τα φτωχά νοικοκυριά, για τα οποία ο πληθωρισμός «τρέχει» πιο γρήγορα από ό,τι για τα πλουσιότερα, αδυνατούν να ζήσουν από το εισόδημά τους και τρώνε κυριολεκτικά «τις σάρκες» τους.
Άλλωστε είναι κοινό μυστικό ότι για τα περισσότερα χαμηλόμισθα νοικοκυριά, το βασικότερο βοήθημα για να βγάλουν το μήνα είναι να «τσοντάρει» η γιαγιά και ο παππούς, από τη σύνταξή του, όσο πενιχρή και να είναι. Το γεγονός αυτό καθιστά με ένα τρόπο τις συντάξεις ίσως το βασικότερο εργαλείο κοινωνικών μεταβιβάσεων και άμβλυνσης των ανισοτήτων, αφού χωρίς αυτές τα ποσοστά της φτώχειας θα ήταν πολύ μεγαλύτερα. Όμως όσο κι αυτές πετσοκόβονται, ενώ οι μισθοί δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες, το φαινόμενο των εργαζόμενων – φτωχών δεν θα μπορεί πλέον να κρυφτεί κάτω από το χαλί.